Τι είδα και τι έμαθα με την ψυχή στο στόμα

Τι είδα και τι έμαθα με την ψυχή στο στόμα

15
0
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

(Ο τίτλος είναι δανεισμένος από το κείμενο του Δημήτρη Β. Τριανταφυλίδη «Τι είδα και τι έμαθα από την κρίση» και το κείμενο είναι ένα σχόλιο πάνω στην χαρακτηροδομή του μέσου Νεοέλληνα πολίτη και αυτών που τον διαφεντεύουν).
Γραφει Ο Μπαγασάκος γιά τα Αληθινά Ψέματα

θα σου πρότεινα να δεις την ελληνικότατη ταινία «Με την ψυχή στό στόμα». Αν είχες δεί αυτήν και αν είχες παρατηρήσει προσεκτικά την εξέλιξη της νεοελληνικής κοινωνίας τα τελευταία τριάντα χρόνια θα ήσουν πιό φειδωλός στις παρατηρήσεις σου όσον αφορά τον απλό απλό Νεοέλληνα επιδημούντα σε αυτόν τον πολύπαθο εδώ και χιλιετηρίδες τόπο, ο οποίος στον βαθμό που απετέλεσε το κέντρο διερχομένων ιδεών και εμπορευμάτων, στον ίδιο και μεγαλύτερο βαθμό απετέλεσε το θέατρο αβυσσαλέων συγκρούσεων θρησκειών, κατακτητικών πολέμων και σε ακόμα μαγαλύτερο βαθμό προήγαγε το πνεύμα και τις επιστήμες των καιρών του. Ηταν φυσικό αποτέλεσμα οι επιβουλές και η εξ ανατολών επίθεση εναντίον μιάς φθίνουσας αυτοκρατορίας που ανήγαγε την ίντριγκα και την δολοφονία σε διαδικασία διαδοχής στην εξουσία, έστω και αν ο τελικός προορισμός ήταν η Δύση μέσω Βιέννης.

Υπήρχε άραγε χώρος γιά τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό σε μιά καθημαγμένη οθωμανική επαρχία που μετά βίας μίλαγε την δική της γλώσσα;Έξι γλώσσες ομιλούνταν τον καιρό της Ελληνικής επανάστασης στον ελλαδικό χώρο, χωρίς να υπολογίσθούν οι δυτικές γλώσσες της τότε διανόησης που ομιλούνταν παράλληλα. Ποιά εξοστράκισε τις άλλες; Αυτή που είχε την δύναμη, την αυτοτέλεια και τον πλούτο να αναδυθεί στον χώρο που όλα τα τοπωνύμια, όλες οι έννοιες, όλα τα συναισθήματα εκφράζονταν με αυτήν.

Το κείμενο που ανάρτησες, καθ’ όλα σεβαστό αφού αποτελεί την άποψη και την ματιά σου, αναδίδει έναν προβληματισμό που εξαντλείται στην κριτική των κοινωνικών ομάδων, οι οποίες ανοίγουν το λογαριασμό της ΔΕΗ με την ψυχή στο στόμα ενώ ελάχιστα αγγίζει αυτούς, που χειραγωγώντας τους βουλευτές του κόματός τους, χειραγωγούν τον απλό πολίτη να τους ψηφίσει, γιά να τον διορίσουν, να τον μεταχειριστούν προνομιακά σε σχέση με τον υπόλοιπο λαό, να τον οπαδοποιήσουν, ναρκώνοντάς τον, ωστε ανενόχλητοι να συνταχθούν με συμφέροντα εκ διαμέτρου αντίθετα με το δημόσιο συμφέρον. Τόσο απλά. Τι δεν καταλαβαίνεις;

Αλλωστε στην χειραγώγηση και στην ίντριγκα παραδίδουμε σεμινάρια ως έθνος, έχοντας μιά χιλιετηρίδα έρευνα και εξέλιξη στην βυζαντινή αυτοκρατορία.

Σαφώς και η θυματοποίηση του έλληνα πολίτη επιδεινώνει την συνειδητοποίηση του προβλήματος από τον ίδιο, αλλά και καθυστερεί  τον απογαλακτισμό του από τα γρανάζια αυτής της καλολαδωμένης μηχανής που μας έφερε στον υπερδανεισμό του ελληνικού κράτους γιά να καλυφθούν οι υπεράριθμοι διορισμοί, η παρωχημένη και χρηματοβόρα οργάνωση του δημοσίου, η διαφθορά και ο χρηματισμός των υπαλλήλων, η τερατώδης υπερκοστολόγηση των δημ. έργων από προνομιακούς και κρατικοδίαιτους κατασκευαστές, η τερατώδης υπερκοστολόγηση των προμηθειών του δημοσίου από επίσης κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες, τα εξοπλιστικά προγράμματα που υλοποιούνται σε τριπλάσιες τιμές από αυτές των γειτονικών χωρών και πλουτισμό των παραγγελόντων υπουργών και αξιωματούχων, η καταβαράθρωση των φορολογικών εσόδων από επίορκους, άγρια χρηματιζόμενους εφοριακούς υπαλλήλους, η φοροκλοπή του ΦΠΑ από μικρομεσαίους αλλά και μεγάλους επιχειρηματίες και ελεύθερους επαγγελματίες, που γιά τους μικροεπιχειρηματίες  ίσως να αποτελούσε όρο επιβίωσης,χωρίς αυτό να τους αγιογραφεί. Βάζω τελεία γιατί η τελευταία πρόταση θα μπορούσε να πάει μακριά. Η δουλειά των συνδικάτων είναι να επιζητούν το καλύτερο γιά τον εργαζόμενο και να οργανώνουν τους αγώνες του. Αν πρέπει να τους ασκηθεί κριτική, αυτή θα ήταν η αδράνειά τους  και η σθεναρή αντίσταση που επέδειξαν στις προειδοποιήσεις Γιανίτση ήδη από το 2000, που πρόβλεψε με ακρίβεια την σημερινή κατάσταση επτά χρόνια πρίν την αμερικάνικη φούσκα των ακινήτων. Τον μάζεψαν γρήγορα και σκούπισαν την μπόχα κάτω απ’ το χαλί.

Ο αποβιομηχανοποιημένος ιδιωτικός τομέας, συρρικνώθηκε τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια λόγω του οτι οι δραστηριοποιούμενοι στην Ελλάδα επιχειρηματίες είχαν συνηθίσει να πληρώνουν μπίρ παρά τον εργάτη και με την αύξηση του μεροκάματου, μπήκαν ο ένας μετά τον άλλον στίς «προβληματικές», ενώ οι Ευρωπαίοι εναντιώθηκαν και κατάφεραν με τον τρόπο τους να μην ιδρυθούν ανταγωνιστικές προς τις δικές τους βιομηχανίες. Η βιομηχανία τροφίμων ανθεί μέχρι σήμερα ως φωτεινή εξαίρεση με σοβαρές εξαγωγές και εξαιρετική ελεγμένη ποιότητα.

Ο πολύπαθος αγροτικός τομέας, ο γίγαντας που αν ξυπνήσει μπορεί να θρέψει δυό Ελλάδες, αφού απορυθμίστηκε από τα πολυδιαφημισμένα ΜΟΠ (Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα) την δεκαετία του ’80, καταβαραθρώθηκε από τους μεσάζοντες, πρώην αγρότες στην πλειοψηφία τους και τις επιδοτήσεις που έδιναν καλύτερη τιμή από τους μεσάζοντες, καταστρατηγούμενου του πανάρχαιου και απαράβατου νόμου της προσφοράς και της ζήτησης. Φυσικά δεν αγιογραφούνται οι αγρότες, των οποίων μεγάλο ποσοστό επιδιδόταν σε χάλκευση στοιχείων γιά τον προσπορισμό μεγαλύτερων επιδοτήσεων ή αποζημιώσεων. Οι εμπνευστές του παρανοϊκού σχεδίου να γίνει η Πελοπόννησος γαρυφαλεώνας της Ευρώπης, που ευτυχώς δεν ακολουθήθηκε, τελικά πέτυχαν το στόχο τους: Κόψαμε τις ελιές, κόψαμε τα καϊκια-αυτό ίσως δίκαια λόγω υπεραλίευσης του Αιγαίου- σφάξαμε τα γαλακτοπαραγωγά χωρίς να τα αναπαράγουμε, συμπιέσαμε την φυτική και ζωϊκή παραγωγή στά μέτρα που ήθελαν ξένα κέντρα εξουσίας και γίναμε μιά χώρα με μπλοκάκι παροχής υπηρεσιών που έκλεινε το ίδιο τουριστικό κατάλυμα 13 ευρώ στον ξένο tour operator και 70 στον κιμπάρη και καλοπληρωτή Έλληνα τουρίστα, γεμίζοντας συγκεκριμένα παραθαλάσσια θέρετρα με σαλταρισμένους ευρωπαίους νέους, ποτίζοντάς τους «μπόμπες» και ανεχόμενοι την εβδομάδα αλκοόλ και ανόητης βαβούρας που κατά κεφαλήν τους αναλογεί.

Αυτή σαφώς είναι μιά μειοψηφία που δεν χαρακρτηρίζει άλλους προορισμούς, παρά μόνον αυτούς που αλόγιστα και άναρχα αναπτύχθηκαν έτσι ώστε να μπορούν να προσελκύσουν μόνον αυτούς. Κατά τα άλλα ο Τουρισμός θα γίνει πραγματικά η «βαριά βιομηχανία» της χώρας όταν καταφέρουμε να παρέχουμε την ίδια ποιότητα υπηρεσιών, μεταφορών, αρχαιολογικών χώρων, μουσείων και τότε να απαιτήσουμε και την ανάλογη δαπάνη από τον σεβαστό επισκέπτη μας. (Η είσοδος στα περισότερα Μουσεία της χώρας κοστίζει 3-τρία ευρώ, ενώ η μέση τιμή γιά τα ευρωπαϊκά είναι πολλαπλάσια).

Η μεταπολίτευση ήταν ο βίαια και αιματηρά κατεσταλμένος «Μάης του ’68», που συνέβη με καθυστέρηση το ’73. Το «άνοιγμα», η απελευθέρωση της κοινωνίας έγινε επιτακτική ανάγκη και αυτό έλαβε χώρα μέσα από την γκρίζα και ανελεύθερη επιβίωση που είχε επιβάλει η δικτατορία των συνταγματαρχών. Δυστυχώς η κοινωνία δεν ενηλικιώθηκε, δεν απογαλακτίστηκε από στερεότυπα, που σε καμία περίπτωση δεν είναι ενδημικά της φυλής, απλά δεν βρέθηκε κανένας εμπνευσμένος κυβερνήτης μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και μετά την Βάρκιζα να εξασφαλίσει στον κάθε πολίτη την παιδία που του αξίζει σαν γνώστη και χρήστη αυτής της υπέροχης γλώσσας που η εκμάθησή της στην αρχαία της μορφή εξαντλήθηκε στα πιό ανούσια κείμενα και στην αποστήθιση του συντακτικού και της γραμματικής του θρυλικού Τζάρτζανου, παρακάμπτοντας και αποσιωπώντας κείμενα που ενέπνευσαν όλο τον κόσμο, αποθεώνοντας την «παπαγαλία» της αποστεωμένης γνώσης.

Η ταξική παιδεία με την παγκόσμια ευρεσιτεχνία του «φροντιστηρίου» και των εισαγωγικών εξετάσεων που ειδικά στο μάθημα της έκθεσης καταστρέφει κάθε εγγενή εκφραστική δεξιότητα των νέων με τυποποιημένες «κλισέ» εκφράσεις που μόνο λόγο έχουν να τυποποιήσουν και την βαθμολόγηση. Η βίαια μετεγκατάσταση εσωτερικών μεταναστών στα αστικά κέντρα που ετοιμάστηκαν να τους υποδεχτούν σε πολυκατοικίες κακέκτυπα Bauhaus, δομημένες σύμφωνα με την φιλοσοφία του εθνάρχη «από παντού να φαίνεται η Ακρόπολη» και με αποτέλεσμα η Ακρόπολη να φαίνεται μόνο από την Πατησίων, καθόρισε επίσης μιά βίαιη αλλαγή στην χαρακτηροδομή του μέσου Έλληνα, όπου ο πεινασμένος αλλά φιλήσυχος και ισορροπημένος όσο ήταν στο χωριό του πολίτης, καλείται να επιβιώσει σε εχθρικό περιβάλλον απεμπολώντας όλη την λαϊκή σοφία που δεν του χρησιμεύει πιά, κριψίνους και μοχθηρός απέναντι στις εχθρικές συμπεριφορές εργοδοτών και συμπολιτών, χαρακτηριστικά τα οποία ενσωματώνει μαζί με το αστικό πρότυπο της απόκτησης ακίνητης περιουσίας.

Σύμφωνα με αυτην την εξέλιξη και τις πολιτικές επιλογές που ξυλώνουν τα τράμ χάριν των λεωφορειούχων και παραμελούν τους σιδηροδρόμους χάριν των ΚΤΕΛατζήδων, η Ελλάδα τεχνηέντως, με το ζόρι, προσπαθεί να γίνει Ευρώπη και Αμερική μαζί, ερήμην των υπηκόων της και καταντάει μίζερο κακέκτυπο, θλιβερός ουραγός, με τα νεοκλασσικά της κατεδαφισμένα, τα αστικά της κέντρα μεταμορφωμένα σε καταθλιπτικές οριζόντιες και κάθετες γραμμές και το πολιτικό τοπίο εξ’ ίσου θολό, με την αριστερά καθημαγμένη στην παρανομία και το βιομηχανικό και εφοπλιστικό κεφάλαιο να επενδύει ελάχιστα σε σχέση με τα κέρδη τα οποία αποκομίζει, αμοίβοντας εξευτελιστικά τους εργαζόμενους.
Η ανταποδοτικότητα των φορολογικών εσόδων του κράτους προς τους πολίτες είναι δυσανάλογα μικρή, την στιγμή που το επενδυτικό κεφάλαιο φορολογείται από ελάχιστα έως καθόλου, ενώ με την χούντα αποχαλινώνεται εντελώς, βγάζοντας όλα τα κέρδη στο εξωτερικό γιά να παραδώσει τις επιχειρήσεις στον νόμο περί προβληματικών, υπολειτουργούσες καί το κράτος να πληρώνει τους εργαζόμενους ακόμα και όταν αυτές έκλειναν.  Η ταξική και ελεγχόμενη διανομή αυτής της ανταποδοτικότητας γίνεται κατανοητή αν αναλογιστεί κανείς οτι στην δυτική παραποτάμια Αθήνα με τον τρίτο μεγαλύτερο δήμο της χώρας, την εργατούπολη του Περιστερίου, δεν υπήρχε νοσοκομείο, καθ’ οτι όλο το τμήμα αυτό της Β’ περιφέρειας ψήφιζε αριστερά.

Η οπτική αυτή της εποχής, χωρίς να επιδιώκει το αλάθητο, καταδεικνύει τον εγκλωβισμό της κοινωνίας σε ένα σύστημα που με την άλλη παγκόσμια πατέντα του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων, προπαγανδίζει με γκαιμπελικό τρόπο την ενεργητική υπερψήφιση των κυβερνώντων, προκειμένου να ανοίξουν διάπλατα όλες οι πόρτες της διοίκησης. Αυτό το σύστημα παρέλαβε η καραμανλική μεταπολίτευση, αυτό παρέδωσε και στην παπανδρεϊκή αλλαγή, μόνο που το διαβόητο πιστοποιητικό αντικαταστάθηκε με βεβαίωση της οιονεί «κλαδικής». Η πρακτική αυτή γρήγορα μετεξελίχθηκε σε χρηματισμό που λαμβάνει χώρα ανεξάρτητα του όσο πολιτικός φίλος είσαι ή κολλητός. Τα «αρπακτικά» καταλαμβάνουν τις θέσεις κλειδιά και διαμορφώνουν «ταρίφες», όχι μόνο γιά τον διορισμό αλλά και γιά την εσωτερική μετάθεση σε θέση που «έχει ψωμί». Έτσι λοιπόν γιά να μετατεθεί ένας μηχανολόγος των ΚΑΤΕΕ από μιά θέση γραφείου του υπουργείου Μεταφορών & Συγκοινωνιών στον διάδρομο ενός ΚΤΕΟ, ο αρμόδιος προϊστάμενος εισέπραττε από τον μετατιθέμενο επτά εκατομύρια δρχ. Βαρύ το τίμημα, αλλά το σοκαριστικό είναι ο χρόνος απόσβεσής του από τον ψαρωμένο και πρωτόβγαλτο στον χρηματισμό υπάλληλο που είναι ενάμισης χρόνος δουλειάς!! Η ίδια πρακτική διατρέχει όλη την δημόσια διοίκηση είτε ως «γρηγορόσημο», είτε ως διεκπεραίωση μιάς παράνομης έγκρισης, είτε ως ταχεία προσπέλαση αντιφατικών διατάξεων, νόμων, εγκυκλίων που δημιουργήθηκαν ακριβώς γιά αυτόν τον ιερό σκοπό: ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΜΟΥ.

Όταν λοιπόν ο πολίτης βιώνει αυτήν την αρχέγονη οργή που επισύρει η άρνηση του υπαλλήλου να διεκπαιραιώσει μιά υπόθεση και η ταλαιπωρία του από υπηρεσία σε υπηρεσία γιά να μαζέψει άχρηστα χαρτιά ή οταν βιώνει την ίδια οργή λαδώνοντας και το θέμα του διευθετείται πάραυτα, ποιός θα τον πείσει να κόβει όλες τις αποδείξεις στο εμπορικό καταστημα που έχει ή να ζητα απόδειξη από οτι αγοράζει; Ποιός θα τον πείσει να μήν κτίσει την άθλια αισθητικά και δομικά προέκταση στο εξοχικό του όταν γνωρίζει οτι «εν τή παλάμη και ούτω βοήσωμεν»; Ποιός θα τον πείσει ότι σ’ αυτή την κοινωνία δεν μετράει πάνω απ’ όλα το χρήμα; Ποιός θα τον πείσει πως αν πληρώσει κανονικά τους φόρους του, θα του ανταποδοθούν αυτοί οι φόροι στην ποιότητα της ζωής του και της ασφάλειάς του; Ποιός θα τον πείσει οτι παραμένοντας έντιμος, νομοταγής και χρηστός πολίτης και άνθρωπος, δεν θα δεχτεί την επίσκεψη δύο ελεγκτών της εφορίας που θα ανακαλύψουν μιά μουτζούρα στα βιβλία του και παίζοντας «τον καλό και τον κακό μπάτσο», να τους δωροδοκήσει ώστε να αποφύγει την επιβολή δυσβάστακτου προστίμου, «κατασκευασμένου» από την πολιτεία και τον νομοθέτη ακριβώς γιά αυτό τον σκοπό;

Αυτή είναι η καλολαδωμένη μηχανή που εξέθρεψε μιά τάξη που αποτελεί το 25% των ελληνικών νοικοκυριών (κατ’άλλους 40%), που ενώ δηλώνουν στην εφορία έσοδα χίλια ή χιλιαπεντακόσια ευρώ τον μήνα καρπούνται, ξοδεύουν ή μεταφέρουν στο εξωτερικό 5, 6,10,15 χιλιάρικα τον μήνα. Προστιθεμένων και των μεγαλοκαρχαριών εικονογραφείται το πανόραμα της νεοελληνικής μασαμπούκας.

Το ερώτημα που τίθεται ειναι τι έκανε γι’αυτό το επίσημο κράτος;

Τίποτα. Παρίστανε οτι είναι κράτος γιά να μπορούν οι ημέτεροι και προικισμένοι υπηκόοι του να συνεχίσουν ανενόχλητοι το γλέντι της διασπάθισης του δημοσίου χρήματος. Τους νάρκωνε και δανειζόταν γιά να βουλώνει τις αυξανόμενης διαμέτρου τρύπες, ωστε να συνεχίζουν επίσης ανενόχλητοι οι μεγαλοαξιωματούχοι με τους μεγαλοεπιχειρηματίες να υπερτιμολογούν δημόσια έργα, κρατικές προμήθειες και να τα μοιράζονται μεταξύ τους.

Το δεύτερο ερώτημα που τίθεται είναι τι έκανε γιά όλα αυτά ο μέσος πολίτης;

Συντάχθηκε στην πλειοψηφία του με τα πάλαι ποτέ κόματα εξουσίας, παίζοντας το παιχνίδι της εναλλαγής μαζί τους, διαβιώνοντας στον αστερισμό της υπερδανεισμένης ευμάρειας και κυρίως ανυποψίαστος και ανενημέρωτος γιά την δεινή οικονομική θέση που βρέθηκε η χώρα.

Το τρίτο ερώτημα που τίθεται είναι τί μπορούμε να καταμαρτυρήσουμε στον μέσο πολίτη, λαμβανομένων υπ’ όψιν των προηγούμενων παρατηρήσεων, που ουδόλως φιλοδοξούν να τον αθωώσουν, αντιθέτως επιχειρούν να ερμηνεύσουν και να καταδείξουν την τάξη μεγέθους της απάνθρωπης χειραγώγησης που εξαπολύθηκε γιά πολλές δεκαετίες στο μυαλό και στην συνείδησή του.

Το να παραθέσουμε καμιά σαρανταριά σημεία που στιγματίζουν την χαρακτηροδομή του σύγχρονου Έλληνα παραλείποντας την κριτική προς τους ηγέτες και τις κυβερνήσεις που τον χειραγώγησαν μέχρι εδώ, ειδικά αν πολλά από αυτά τα χαρακτηριστικά είναι γνωρίσματα και άλλων λαών και δεν αποτελούν εγγενές γονιδίωμα των Ελλήνων, στεκόμαστε μάλλον μονόπλευρα και άδικα απέναντί του.
Αυτό που λείπει από τον σύγχρονο Έλληνα, δεδομένου του κράτους απατεώνα που του δρομολόγησε τον τρόπο σκέψης και λήψης αποφάσεων στο δίπολο δωροδοκώντας κυριαρχώ ή κυριρχώντας δωροδοκούμαι,είναι η δυνατότητα να κατανοήσει τι ακριβώς διαδραματίζεται γύρω του, η δυνατότητα της συνολικής εκτίμησης των γεγονότων και παραμέτρων που αφορούν και διαφεντεύουν την ζωή του.

Παρέλειψα πολλά, έχω γράψει ήδη 14509 λέξεις, στο τέλος το κείμενο δεν θα διαβάζεται.

 

Share This: