True Lies

Σα10062012

Last update01:56:15 μμ

Back ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΖΩΗΣ Τζουμέρκα: “Ταξίδι” στο καλοκαίρι με σιωπή κι ανάμνηση...

Τζουμέρκα: “Ταξίδι” στο καλοκαίρι με σιωπή κι ανάμνηση...

Πήραμε τη στράτα σιωπηλοί σα βγήκε ο ήλιος στην καρδιά μας κι η καταιγίδα ξεχάστηκε. Ήρθαμε ξανά να προσκυνήσουμε στη χάρη της. Σ' αυτή που γιατρεύει τους αρρώστους και στέκει εκεί προσμένοντας καρτερικά όλους τους πικραμένους. Δεν είδαμε πώς γιορτάστηκε το πανηγύρι, ούτε το τριβητό τούτο το καλοκαίρι.

Μα κάτι ξεχωριστό μας άγγιξε σα διαβήκαμε την πόρτα του πνευματικού κέντρου. Και μπρος απ' τους κόκκινους μπερντέδες είχαν στηθεί μικρόφωνα. Πάνω στην εξέδρα πήραν θέση οι ομιλητές στην αράδα, και στη μέση η Αρχή του χωριού. Στη γωνία η γλυκειά εκφωνήτρια και μεις ακροατές αυτής της διάλεξης και λάτρεις του πεζού λόγου, ακουρμαίνουμε τα λεγόμενα των λογίων.Κάπου εκεί στις μεσαίες θέσεις βολεύτηκε η Όλγα, γαλήνια μέσα στο μαύρο της φόρεμα. Κι ο Κώστας πιο κει, με το βαθύ και καθάριο Τζουμερκιώτικο βλέμμα, καρφωμένο στην εξέδρα. Ήταν εδώ. Είχε κλείσει ερμητικά την πόρτα του διευθυντικού του γραφείου, ξέφυγε μόνο για λίγο απ' τις ακτινοβολημένες ψυχές, κι ήρθε να τιμήσει με τη σεμνή του παρουσία την Ι.Λ.Ε.Τ. Οι ομιλητές μας ανέλυσαν τα πολιτισμικά στοιχεία των Τζουμέρκων.

 

Ήταν ένα αφιέρωμα για τον τόπο μας και τη δική μας πατρίδα. Κι ανοίξαμε καλά τ' αυτιά μας για να τ' ακούσουμε ξανά και ξανά πως τα Τζουμέρκα είναι δικά μας, κι όσα συνέδρια κι' αν γίνουν, εμείς παρόντες θά μαστε στο κάλεσμά τους, έστω και με τη σκέψη μας που μένει πάντα εκεί.Κι ας εξηγήσουν στους νέους και στους ξένους πως τούτος ο άγριος κι ανυπόταχτος τόπος στους δύσκολους καιρούς, τις νύχτες και τις βαρυχειμωνιές, μένει παρθένος κι αμόλυντος.

Μα σαν χαράζει η αυγή και μπαίνει η άνοιξη καλεί τους χειμαδιώτες νάρθουν με τις φαμίλιες τους κι όταν ξεπεζέψουν και μπουν τα πράματα σε σειρά και τα παιδιά μα κι όλα τα ζωντανά παίρνουν την αγκλίτσα συντροφιά και ροβολά ν κατά την πλατεία. Γυρεύουν την τετράδα τους για δηλωτή, γνέφοντας στο γκαρσόν να φέρει μια γύρα ρακιά και το μεζέ εξτρά. Ετσι για να σκοτώνουν την ώρα τους.

Τα αγόρια κι οι κοπελιές ζουν ανέμελα και λεύτερα στην αυλή του μεγάλου σχολειού, στέλνοντας μηνύματα στα κινητά και ρίχνοντας τρίποντα στις μπασκέτες, που είναι στεριωμένες με μπετό κάτω στο χώμα. Οι μεγαλύτερες στα χρόνια κι οι γερόντισσες που ξέμειναν, γιατί τις ξέχασε ο Θεός δένουν το μαύρο το μαντήλι κόμπο διπλό, κάτω απ' το ζαρωμένο λαιμό και μοιρολογάν τον άνθρωπο που ήταν κατάκοιτος για χρόνια και τώρα αναπαύτηκε η ψυχή του. Και σαν τον φέρνουν για διάβασμα τα τραγούδια σωπαίνουν απ' τα γύρω καφενεία που είναι πίσω απ' τις πέτρινες καμάρες με χαμηλωμένα τα φώτα κι όλες παν να τον ξεπροβοδίσουν.

Ετσι κι εγώ έφτασα ως τον Αι Γιώργη. Πήγα ως κάτω στο στενό εκείνο κομμάτι που ειναι μακρύς διάδρομος και θαρρείς πως σ' οδηγεί στις πύλες του παραδείσου, διαβαίνοντας ανάμεσα απ' τα κυπαρίσσια και τα αιωνόβια δέντρα. Εκεί τάφοι παλιοί και ξεχασμένοι. Σ' έναν χορταριασμένο με σιδερένια κάγκελα και σταυρωτό κεφαλάρι ήταν η προτομή η ξασπρισμένη απ' το χρόνο κι έγραφε απλά «Γιάννης», «1957». Και πιο κει, πιο φρέσκος «ο Χρήστος». Ονόματα σκόρπια παντού.

Ενα δάκρυ σκούπισα απ' τα μάτια μου που βούρκωσαν σαν έφερα στο μυαλό μου το δράμα που παίχτηκε σ' αυτό το χωριό όταν ήμουν παιδί μικρό κι έκλεινα τ' αυτιά μου να μην ακούσω τους θρήνους και τους αναστεναγμούς για το χαμό των παλικαριών που φεύγαν κι αφήναν πίσω τους συντρίμμια και κομμάτια.
Γυρνώντας ιδρωμένη έχωσα τα χέρια μου στη γούρνα της βρύσης που' είναι σαν παίρνουμε το Ισιωμα του δρόμου κι έριξα παγωμένο νερό στα μούτρα μου για να με δουν πως αφήνοντας πίσω μου αυτό το ησυχαστήριο των ψυχών πόνεσα πολύ. Γιατί όλους τους ήξερα κι ήταν δικοί μου και μοναδικοί.

Την επομένη πήγαμε στην Αγία Κυριακή με μια μπουκάλα λάδι μιας και τόχα τάμα. Μα τα καντήλια της ήταν αναμμένα. Κι η πεντακάθαρη αυλή γεμάτη λουλούδια ανθισμένα. Ας έχουν την προστασία της όσοι φροντίζουν τούτο το παρεκκλήσι. Σαν καθίσαμε στο παγκάκι δίπλα-δίπλα κοίταξα το ρέμα μαζί με το γκρεμό.

Και τα μονοπάτια τα παλιά που μας βγάζαν κάτω στον πάτο σε κείνο εκεί το λαγκάδι που μπαίναμε με φόρα μεσ' το τρεχάμενο νερό με τα ξεκάλτσωτα και λοβιασμένα ποδάρια απ' τη σκόνη και τον ιδρώτα και στο λεπτό το νερό γίνονταν θολό. Βάζαμε λιθάρια και ξύλα στη ροή του για να δούμε κατά πού θα πάει το καινούργιο μας αυλάκι.
Μούσκευε όλος ο τόπος γύρω κι' έτσι απλά τα μονοπάτια και τα όνειρά μου χάνονταν μιας κι έγινε χείμαρρος το ρέμα και παρέσυρε τα πάντα. Διάβηκε μακριά, πολύ μακριά, πιο κάτω απ' το Σελιό και παρακάτω ακόμα.

Κι' εγώ μπερδεύτηκα μαζί μ' αυτά και μ' άλλα πολλά. Η φωνή του τζίτζικα μ' έβγαλε απ' τ' ονειροπόλημα, πετάχτηκα όρθια και κλείσαμε την αυλόπορτα καλά φεύγοντας αργά προς τον κατήφορο.
Περάσαμε απ' τα Τσοδουλέικα. Στη βεράντα της η ξανθιά κοπέλα με τα κόκκινα έπινε τον καφέ της κι απολάμβανε την πρωινή δροσιά κάτω απ' το βαρύ ίσκιο της κληματαριάς. Μ' άκουσε που τη φώναξα κι ήρθε να με δει. Μ' αγκάλιασε και μούπε με χαρά «ωραία η Πρωτομαγιά». Ένιωσα καλά γιατί τα λόγια της με χόρτασαν. Τη χαιρέτησα βιαστικά και με δυο δρασκελιές με τη παρέα του συντρόφου μου φτάσαμε στον Άι Νικόλα. Το κλειδί δεμένο μ' ένα σκοινί τόχαν κρυμμένο πάνω απ' το πάνω κάσωμα.

Προσκυνήσαμε κι όλα μελετημένα γίνονται σ' αυτόν τον χώρο τον ιερό, που ακόμα υπάρχουν παλιές εικόνες κι αγιογραφίες ανεκτίμητης αξίας.
Είχαμε κάνει πρόγραμμα και τελευταία μας διαδρομή για φέτος ήταν το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής. Η χαρά μου μεγάλη σαν περπατήσαμε στην πίσω μεριά κι ήταν εκεί δύο τρία παλικάρια που μας κοίταξαν κατάματα και μας καλησπέρισαν πρώτα. Τούτη την ώρα θυμήθηκα που ρίχναμε τριχιά σαν ήμασταν παιδιά στα μεγάλα κλαριά της καρυδιάς και κάναμε κούνια. Φτάνοντας ως πέρα και κει ψηλά απέναντι στο Συρράκο με τη φαντασία μας.

Πιο 'κεί, στη βρύση, τα γινομένα κορόμηλα είχαν πέσει στρώμα κι' είχαν πιάσει γλίτσα στις βρεγμένες πλάκες. Τα ρουμποέλατα έστελναν το άρωμά τους σα φύσαγε βοριαδάκι, είχε και μια δροσούλα κείνη την ώρα που η απόλυτη ηρεμία έσπαγε απ' το φλοίσβο που έκανε η φλέβα του κρου- σταλένιου νερού. Έρχονταν από πολύ ψηλά. Λίγο πιο κάτω απ' τη Στρογγούλα.
Στο γυρισμό μας κάναμε και μια στάση στη Φτέρη. Δώσαμε παραγγελιά δύο παγωτά κι αναψυκτικά. Βολευτήκαμε στις αναπαυτικές καρέκλες. Με λοξές ματιές ελέγχαμε το γύρω χώρο. Σαν κάτι να ψάχναμε. Κι' είδαμε απ' το κιόσκι και γύρω απ' αυτό νάναι παρέες άγνωστες για μας μα τόσο φιλικές. Μιας και μοιραζόμασταν τον ίδιο χώρο για ηρεμία κι ανάταση ψυχής. Στέλνοντας τις σκέψεις μας και πίσω απ' τις πανύψηλες βουνοκορφές που στέκονταν άπαρτα φρούρια γύρω απ' τη δική μας γωνιά. Κι ο Τσόπελας στα πόδια μας κομμάτι της ζωής μας και της σκέψης μας. Μορφές και γεγονότα που γυροφέρνουν και με ταξιδεύουν με το γέρμα του ήλιου μέχρι κάτω στους Χριστούς, αλλά κι απέναντι εκεί στην Κηπίνα μα και παντού.
Σαν έπεσε η νύχτα η γριά γειτόνισσα μού φερε μια χούφτα βάλσαμο μαζεμένο πιο πάνω απ' τον όχτο στο φρασμένο ρεβένι που δεν το μαγάρισαν τ' αδέσποτα σκυλιά και μού πε κρυφά και μυστικά: «Να το βάλεις στην πληγή. Κάνει καλό. Είναι γιατρικό». Κι εγώ της είπα «ευχαριστώ». Αν γιάνει και την ψυχή μου τότε δεν θα πονάω και σένα καλή μου γερόντισσα πάντα θα σ’ ευγνωμονώ και θα σε σκέφτομαι.

Σ’ όλους εσάς δε που κάνατε κάπως έτσι διακοπές χαρίζω το τραγούδι που γυροφέρνει στο μυαλό μου μιας και το άκουσα σαν τόφερνε ο αγέρας από το μεσοχώρι και θρόιζαν τα πράσινα φύλλα του γεροπλάτανου.

Λέει απλά και κατανοητά: «Και μετά δεν μιλάμε πολύ, γιατί τ’ όνειρο ζει στη σιωπή, με το βλέμμα στους περαστικούς, νάχα χίλιες σιωπές να μ’ ακούς».


Κατερίνα Πέτρου Κωστούλα – Μίχου
Άγιος Θωμάς  Πρέβεζα